Η μέθοδος McKenzie, εφαρμόζεται μέσα από 4 στάδια:
- Αξιολόγηση
Ο φυσικοθεραπευτής λαμβάνει ένα αναλυτικό ιστορικό που σχετίζεται με τις δραστηριότητες που επιδεινώνουν ή ανακουφίζουν τα συμπτώματα του ασθενούς.
Στη συνέχεια πραγματοποιεί έναν έλεγχο κινήσεων, ώστε να διαπιστωθεί αν υπάρχει απώλεια εύρους κίνησης και πώς αυτό επηρεάζει τα συμπτώματα.
Ο ασθενής, εκτελεί επαναλαμβανόμενες ή παρατεταμένες κινήσεις, έτσι ώστε να εντοπιστεί η επίδραση που έχουν αυτές οι κινήσεις στον πόνο.
- Κατηγοριοποίηση
Με βάση τα αποτελέσματα της αξιολόγησης, τα συμπτώματα του ασθενούς, ταξινομούνται σε μία από τις παρακάτω κατηγορίες:
- Σύνδρομο εκτροπής (Derangement syndrome): Αφορά ασθενείς που υποφέρουν από πόνο και περιορισμό της κίνησης, λόγω μηχανικής παρεμπόδισης μιας άρθρωσης. Αποτελεί την κυριότερη κατηγορία της μεθόδου McKenzie, με έως και το 78% των ασθενών να εμπίπτουν σε αυτή την κατηγορία.
- Σύνδρομο δυσλειτουργίας (Dysfunction syndrome): Αφορά ασθενείς που υποφέρουν από πόνο και περιορισμό της κίνησης, λόγω προβλημάτων σε μαλακούς ιστούς όπως μύες, τένοντες και συνδέσμους, οι οποίοι έχουν υποστεί τραυματισμό, φλεγμονή ή εκφυλιστικές αλλοιώσεις.
- Σύνδρομο στάσης (Postural syndrome): Αφορά ασθενείς που υποφέρουν από πόνο λόγω συνεχούς καταπόνησης των μαλακών ιστών, εξαιτίας της κακής στάσης σώματος στην καθημερινότητά τους.
- Θεραπεία
Η θεραπεία ξεκινά με τον εντοπισμό της κίνησης που μειώνει ή εξαλείφει τα συμπτώματα. Στη συνέχεια, στόχος είναι η διατήρηση της βελτίωσης για αρκετές ημέρες.
Το επόμενο βήμα είναι η αποκατάσταση της λειτουργικότητας του ασθενούς, δηλαδή η εκτέλεση κινήσεων που προκαλούσαν πόνο, προκειμένου να διαπιστωθεί αν πλέον εκτελούνται ανώδυνα.
- Πρόληψη
Το τελευταίο στάδιο περιλαμβάνει την εκπαίδευση του ασθενούς, προκειμένου να ενσωματώσει την τακτική άσκηση, καθώς και την αυτοδιαχείριση στην καθημερινότητά του. Με αυτόν τον τρόπο μειώνεται σημαντικά ο κίνδυνος επανεμφάνισης του πόνου.